τρέφω


τρέφω
τρέφω / ἐκ|τρέφω питать, воспитывать (ср. мед. дистрофия; гипертрофия) τρέφω, θρέψω, ἔθρεψα | τέθραμμαι , ἐτράφην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "τρέφω" в других словарях:

  • τρέφω — και θρέφω έθρεψα, τράφηκα και θράφηκα και θρέφτηκα, θρεμμένος 1. μτβ., δίνω τροφή σε κάποιον, ταΐζω: Τρέφει το μωρό της τώρα. 2. διατρέφω, συντηρώ: Τρέφω τον πατέρα μου. – Τρέφει μουστάκι. 3. δίνω άφθονη τροφή σε κάποιον, τον παχαίνω, τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρέφω — thicken pres subj act 1st sg τρέφω thicken pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρέφω — τρέφω, έθρεψα βλ. πίν. 219 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τρέφω — ΝΜΑ, και θρέφω Ν, και δωρ. τ. τράφω Α 1. δίνω τροφή, ταΐζω (α. «τόν τρέφει με μέλι και με γάλα» β. «πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν», ΚΔ) 2. δίνω άφθονη τροφή σε ζώο για να παχύνει (α. «τρέφει γουρούνια» β. «μῆλα... τρέφοι», Ομ. Οδ.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • τρέφω — [трэфо] р. кормить, питать, содержать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τράφον — τρέφω thicken pres part act masc voc sg (doric) τρέφω thicken pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) τρέφω thicken aor ind act 3rd pl (homeric ionic) τρέφω thicken aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρέφον — τρέφω thicken pres part act masc voc sg τρέφω thicken pres part act neut nom/voc/acc sg τρέφω thicken imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) τρέφω thicken imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔτραφον — τρέφω thicken aor ind act 3rd pl τρέφω thicken aor ind act 1st sg τρέφω thicken imperf ind act 3rd pl (doric) τρέφω thicken imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θρέψαι — τρέφω thicken aor imperat mid 2nd sg τρέφω thicken aor inf act θρέψαῑ , τρέφω thicken aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θρέψον — τρέφω thicken aor imperat act 2nd sg τρέφω thicken fut part act masc voc sg τρέφω thicken fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θρέψουσι — τρέφω thicken aor subj act 3rd pl (epic) τρέφω thicken fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) τρέφω thicken fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)